σιβυλλιακός

-ή, -όν, Α [Σίβυλλα]
σιβυλλικός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σιβυλλιακός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιβυλλιακά — Σιβυλλιακός neut nom/voc/acc pl Σιβυλλιακά̱ , Σιβυλλιακός fem nom/voc/acc dual Σιβυλλιακά̱ , Σιβυλλιακός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιβυλλιακῶν — Σιβυλλιακός fem gen pl Σιβυλλιακός masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιβυλλιακόν — Σιβυλλιακός masc acc sg Σιβυλλιακός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιβυλλιακοί — Σιβυλλιακός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιβυλλιακούς — Σιβυλλιακός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.